«διά να ήναι πάντες εν∙ καθώς συ, Πάτερ, είσαι εν εμοί και εγώ εν σοί, να ήναι και αυτοί εν ημίν εν∙ διά να πιστεύση ο κόσμος ότι συ με απέστειλας» (Ιωάννης,ιζ΄:21)


Η ενότητα μέσα στην Αγία Γραφή  είναι μια βασική έννοια, μιας και αποτελεί κύριο χαρακτηριστικό του Τριαδικού Θεού: «
Διότι τρείς είναι οι μαρτυρούντες εν τω ουρανώ, ο Πατήρ, ο Λόγος, και το Άγιον Πνεύμα∙ και ούτοι τρείς είναι έν» (Α΄ Ιωάννου,ε΄:7). Βέβαια είναι δύσκολο να εξηγήσει κάποιος με το πεπερασμένο μυαλό του, την ενότητα και την διακριτότητα  των τριών προσώπων του παντοδύναμου και άναρχου Τριαδικού Θεού, αλλά δια πίστεως δεχόμαστε αυτά που διαβάζουμε μέσα στην Αγία Γραφή και ειδικότερα στη Καινή Διαθήκη. 
Ο Κύριος Ιησούς Χριστός αναφέρει σε αρκετές περιπτώσεις την ενότητά Του με τον Πατέρα Θεό και την οποία ενότητα θέλει να έχει  με όσους πιστεύουν σ’ Αυτόν, έτσι ώστε όλοι  οι πιστοί να είναι ενωμένοι μεταξύ τους . Ο ίδιος ο Κύριος απάντησε στον Φίλιππο, όταν αυτός του ζήτησε να τους δείξει τον Πατέρα:
«Δεν πιστεύεις ότι εγώ είμαι εν τω Πατρί, και ο Πατήρ είναι εν εμοί; τους λόγους τους  οποίους εγώ λαλώ προς υμάς, απ’ εμαυτού δεν λαλώ∙ αλλ’ ο Πατήρ ο μένων εν εμοί, αυτός εκτελεί τα έργα» (Ιωάννης,ιδ΄:10). Επίσης στην προσευχή που έκανε λίγο πριν να πάθει, μεταξύ των άλλων είπε: «…Και δεν παρακαλώ μόνον περί τούτων, αλλά και περί των πιστευσόντων εις εμέ διά του λόγου αυτών∙ διά να ήναι πάντες εν∙ καθώς συ, Πάτερ, είσαι εν εμοί και εγώ εν σοι, να ήναι και αυτοί εν ημίν εν∙ δια να πιστεύση ο κόσμος ότι εσύ με απέστειλας. Και εγώ την δόξαν την οποίαν μοι έδωκας, έδωκα εις αυτούς∙ δια να ήναι εν, καθώς ημείς είμεθα εν. Εγώ εν αυτοίς, και συ εν εμοί∙ δια να ήναι τετελειωμένοι εις εν, και να γνωρίζη ο κόσμος ότι συ με απέστειλας, και ηγάπησας αυτούς καθώς εμέ ηγάπησας» (Ιωάννης,ιζ΄:20-23).
Από τα λόγια αυτά είναι φανερό ότι η ενότητα των πιστών  με τον Τριαδικό Θεό, είναι προϋπόθεση για να υπάρχει ουσιαστική ενότητα μεταξύ τους, η δε ενότητα των πιστών είναι βασικός συντελεστής στο να πιστέψει ο κόσμος ότι ο Ιησούς Χριστός είναι ο Υιός του Θεού που ο Πατέρας Θεός Τον έστειλε για τη σωτηρία του.  Η ενότητα των πιστών με τον Κύριο είναι γενικά η προϋπόθεση για την πνευματική πρόοδο και καρποφορία τους, σύμφωνα με τα επίσης χαρακτηριστικά λόγια του Κυρίου:
«Εγώ είμαι η άμπελος, σεις τα κλήματα∙ο μένων εν εμοί, και εγώ εν αυτώ, ούτος φέρει καρπόν πολύν∙ διότι χωρίς εμού δεν δύνασθε να κάμητε ουδέν» (Ιωάννης, ιε΄:5). Αυτός ο καρπός που αναφέρει ο Κύριος είναι βασικά ο καρπός του Αγίου Πνεύματος, που είναι ‘αγάπη, χαρά, ειρήνη, μακροθυμία, χρηστότης, αγαθωσύνη, πίστις, πραότης, εγκράτεια’ (Γαλάτας,ε΄:22). 
Αυτός που μένει στον Κύριο, είναι αυτός που πρώτα Τον έχει γνωρίσει σαν προσωπικό του σωτήρα, δηλαδή έχει αναγεννηθεί από τον Πατέρα Θεό και στη συνέχεια εργάζεται με φόβο και τρόμο τη σωτηρία του, δηλαδή αγωνίζεται να διατηρήσει και να αυξήσει τη πίστη και την αγάπη του σ’ Αυτόν. Η  απόδειξη ότι ο αναγεννημένος  χριστιανός  εξακολουθεί να αγαπάει τον Κύριο είναι ότι φυλάει (εκτελεί) τις εντολές Του:
«Εάν με αγαπάτε, τας εντολάς μου φυλάξατε» (Ιωάννης,ιδ΄:15), «Καθώς εμέ ηγάπησεν ο Πατήρ, και εγώ  ηγάπησα εσάς, μείνατε εν τη αγάπη μου. Εάν τας εντολάς μου φυλάξητε, θέλετε μείνει εν τη αγάπη μου∙ καθώς εγώ εφύλαξα τας εντολάς του Πατρός μου, και μένω εν τη αγάπη αυτού» (Ιωάννης,ιε΄:9-10).
Μπορούμε να πούμε ότι η σημαντικότερη  από τις εντολές του Κυρίου, που αποδεικνύει την αγάπη μας σ’ Αυτόν, είναι να αγαπάμε αλλήλους καθώς εκείνος μας αγάπησε (Ιωάννης,ιε΄:12). Μέσα στην εκκλησία, για να υπάρχει ενότητα πρέπει να υπάρχει αγάπη μεταξύ των πιστών. Η αγάπη με τη σειρά της αποδεικνύεται από τα  συνακολουθούντα έργα:
«Η αγάπη μακροθυμεί, αγαθοποιεί∙ η αγάπη δεν φθονεί∙ η αγάπη δεν αυθαδιάζει, δεν επαίρεται, δεν ασχημονεί, δεν ζητεί τα εαυτής, δεν παροξύνεται, δεν διαλογίζεται το κακόν∙ δεν χαίρει εις την αδικίαν, συγχαίρει δε εις την αλήθειαν. Πάντα ανέχεται, πάντα πιστεύει, πάντα ελπίζει, πάντα υπομένει» (Α΄ Κορινθίους, ιγ΄:4-7). Συνεπώς για να ελέγξω αν αγαπάω τα αδέλφια, πρέπει να γνωρίζω τα έργα της αγάπης σύμφωνα με το λόγο του Θεού, να δω τι πράττω και τι όχι, ώστε να ζητώ περισσότερο τον καρπό του Αγίου Πνεύματος και να διορθώνομαι. 
Στη πρώτη αποστολική εκκλησία, στην Ιερουσαλήμ, υπήρξε έντονη αριθμητική αύξηση (Πράξεις,β΄:47). Μετέπειτα δημιουργήθηκαν και άλλες εκκλησίες σε Γαλιλαία και Σαμάρεια. Όλες αυτές οι εκκλησίες είχαν ειρήνη μεταξύ τους:
«Αι μεν λοιπόν εκκλησίαι καθ’ όλην την Ιουδαίαν και Γαλιλαίαν και Σαμάρειαν είχον ειρήνην, οικοδομούμεναι και περιπατούσαι εν τω φόβω του Κυρίου, και δια της παρηγορίας του Αγίου Πνεύματος επληθύνοντο» (Πράξεις,θ΄:31). Στο εδάφιο αυτό φανερώνεται ότι είχαν ειρήνη, γιατί οικοδομούνταν και περπατούσαν στο φόβο του Κυρίου. Είχαν  φόβο Θεού, ο οποίος φόβος τους κρατούσε κοντά στον Κύριο, τους κρατούσε μέσα στην εκτέλεση των εντολών του Κυρίου και συνεπώς υπήρχε πνευματική αύξηση και αγιασμός και μετά ακολουθούσε η αριθμητική αύξηση. 
Η εκκλησία είναι το σώμα και ο Χριστός η κεφαλή. Η ενότητα μέσα στην εκκλησία ξεκινάει πρώτα σε ατομικό επίπεδο, σύμφωνα με το γραμμένο
‘αλλά αληθεύοντες εις την αγάπην να αυξήσωμεν εις αυτόν κατά πάντα, όστις είναι η κεφαλή, ο Χριστός,εξ ου παν το σώμα συναρμολογούμενον και συνδεόμενον διά πάσης συναφείας των συνεργούντων μελών, κατά την ανάλογον ενέργειαν ενός εκάστου μέρους κάμνει την αύξησιν του σώματος προς οικοδομήν εαυτού εν αγάπη.(Εφεσίους, δ΄:15,16)
Η ενότητα ενεργείται σωστά όταν έχουμε το ίδιο φρόνημα που υπήρχε στον Ιησού Χριστό και αυτό είναι η ταπεινοφροσύνη:
«και ευρεθείς κατά το σχήμα ως άνθρωπος εταπείνωσεν εαυτόν, γενόμενος υπήκοος μέχρι θανάτου, θανάτου δε σταυρού» (Φιλιππησίους, β΄:5-8). Κάποτε ρώτησαν οι μαθητές τον Κύριο ποιος είναι ο μεγαλύτερος στην βασιλεία των ουρανών, ο Κύριος προσκάλεσε ένα παιδί και τους είπε ότι αν δεν επιστρέψουν και γίνουν σαν τα παιδιά δεν θα μπούνε στη βασιλεία των ουρανών και όποιος ταπεινώσει τον εαυτό του σαν το παιδί εκείνο, αυτός είναι ο μεγαλύτερος στην βασιλεία των ουρανών (Ματθαίος,ιη΄:1-4). Ο Κύριος Ιησούς είναι απλός και μάλιστα μας έχει πει ότι είναι πράος και ταπεινός στην καρδιά Του (Ματθαίος,ια΄:29). Είναι φυσικό λοιπόν να θέλει και εμείς να Του μοιάσουμε και να γίνουμε πράοι και ταπεινοί στην καρδιά. Γι’ αυτό δια του αποστόλου Παύλου μας προτρέπει, ...‘κάμετε πλήρη την χαράν μου, να φρονήτε το αυτό, έχοντες την αυτήν αγάπην, όντες ομόψυχοι και ομόφρονες,  μη πράττοντες μηδέν εξ αντιζηλίας ή κενοδοξίας, αλλ' εν ταπεινοφροσύνη θεωρούντες αλλήλους υπερέχοντας εαυτών ’  (Φιλιππησίους, β΄:2,3).
Συνοψίζοντας, λέμε πως η ενότητα μέσα στην εκκλησία ξεκινάει πρώτα από την προσωπική μου σχέση με τον Κύριο. Αν έχω ταπεινό φρόνημα και φρονώ αυτά  που θέλει ο Κύριος θα επιδιώκω να είμαι ενωμένος με τα πνευματικά μου αδέλφια. Ο Θεός θέλει να βλέπει τα παιδιά Του να αγαπάνε το ένα το άλλο και να φρονούν το ίδιο που Αυτός φρονεί. Αν τον αγαπάμε, ας επιμεληθούμε περισσότερο ο λόγος Του να κατοικεί πλούσια μέσα μας, ώστε να είμαστε ενωμένοι, φρονώντας το αυτό εν Κυρίω. Αμήν!

 

 

 

« Εξεύρομεν δε ότι πάντα συνεργούσι προς το αγαθόν εις τους αγαπώντας τον Θεόν» (Ρωμαίους, η΄:28).
«Ο Θεός είναι καταφυγή ημών και δύναμις, βοήθεια ετοιμοτάτη εν ταις θλίψεσι» (Ψαλμός μς΄:1)

Όλοι οι άνθρωποι αντιμετωπίζουν προβλήματα στη ζωή τους, είτε οικονομικά, είτε οικογενειακά, είτε επαγγελματικά, είτε κοινωνικά, είτε υγείας. Ιδιαίτερα σήμερα στην εποχή της κρίσης με μειώσεις μισθών και συντάξεων πολλοί  άνθρωποι δυσκολεύονται  να αποκτήσουν και τα βασικά προς το ζην. Δυσκολίες βέβαια περνάει και το παιδί του Θεού, διότι είναι μέλος της ανθρώπινης κοινωνίας και το αγγίζουν αυτά τα προβλήματα.
Το ότι περνάει δυσκολίες ο άνθρωπος του Θεού δεν σημαίνει ότι τον έχει εγκαταλείψει ο Θεός, ούτε ότι είναι μόνος, αλλά το αντίθετο, ο Θεός είναι δίπλα του και ότι επιτρέπει το κάνει για να Τον πλησιάσει περισσότερο, για να νοήσει ότι έχει γνωρίσει έναν ζωντανό Θεό που έχει τη λύση σε όλα αυτά τα προβλήματα. Ο Πατέρας Θεός θέλει κάθε παιδί Του να μάθει να στηρίζεται και να ελπίζει σ’ Αυτόν, έτσι ώστε να ευλογημένο (Ιερεμίας, ιζ΄:7).
Βέβαια πρέπει να έχουμε συναίσθηση και κατανόηση. Σίγουρα αν κάποιος είναι οικογενειάρχης και χάσει τη δουλειά του, φυσικό και επόμενο είναι να υπάρξει κάποιο άγχος και ανασφάλεια γιατί σκέφτεται πώς θα ζήσει την οικογένειά του. Όμως ο αναγεννημένος χριστιανός, παρόλα τα προβλήματα, δεν πρέπει να χάσει την ελπίδα του στον Κύριο, ούτε να νομίζει ότι τον εγκατέλειψε. Καλείται να αποδείξει ότι πιστεύει  και εφαρμόζει  τις γραμμένες στο Ευαγγέλιο εντολές του Κυρίου:
«Διά τούτο σας λέγω, μη μεριμνάτε περί της ζωής σας τι να φάγητε και τι να πίητε, μηδέ περί του σώματός σας τι να ενδυθήτε•… Αλλά ζητείτε πρώτον την βασιλείαν του Θεού και την δικαιοσύνην αυτού, και ταύτα πάντα θέλουσι σας προστεθή» (Ματθαίος, ς΄:28,33)

Ο Θεός έχει ενεργήσει θαυμαστά  σε πολλούς ανθρώπους της Αγίας Γραφής ενώ περνούσαν μεγάλα προβλήματα και δοκιμασίες. Θα αναφέρουμε μερικές περιπτώσεις. Θυμόμαστε για παράδειγμα τον Ιώβ που ο Κύριος επέτρεψε να χάσει τα 10 παιδιά του, όλη του την περιουσία, αλλά και την υγεία του. Όμως εκείνος δεν τα έβαλε με τον Θεό αλλά είπε: «Γυμνός εξήλθον εκ κοιλίας μητρός μου και γυμνός θέλω επιστρέψει εκεί• ο Κύριος έδωκε και ο Κύριος αφήρεσεν•  είη το όνομα Κυρίου ευλογημένον»…και «τα αγαθά μόνον θέλομεν δεχθή εκ του Θεού, και τα κακά δεν θέλομεν δεχθή;». Ο Κύριος βλέποντας ότι ο Ιώβ σε αυτή τη σκληρή δοκιμασία που πέρασε δεν τα έβαλε μαζί Του, του έδωσε πάλι άλλα 10 παιδιά, διπλάσια περιουσία από αυτή που είχε και αποκατέστησε την υγεία του (Ιώβ,α΄:21, β΄:10, μβ΄:12-17).
Σε άλλη περίπτωση, σε δύσκολους καιρούς πείνας που επέτρεψε ο Κύριος στον λαό Ισραήλ λόγω της ηθικής του κατάπτωσης, ο Θεός έτρεφε τον Ηλία με κόρακες που του έφερναν ψωμί και κρέας το πρωί και ψωμί και κρέας το απόγευμα, ενώ αυτός ήταν κρυμμένος κοντά σε  χείμαρρο και έπινε νερό από αυτόν. Όταν ξεράθηκε ο χείμαρρος λόγω ανομβρίας, ο Κύριος είπε στον Ηλία να πάει στα Σαρεπτά της Σιδώνος όπου είχε διατάξει μια γυναίκα χήρα να τον τρέφει.  Ο Ηλίας πήγε και για περίπου τρία χρόνια αυτή η χήρα  τον έτρεφε με το αλεύρι και το λάδι που ο Κύριος της έδινε (Α΄ Βασιλέων,ιζ΄:2-16).
Άλλο παράδειγμα βλέπουμε στη πρώτη αποστολική εκκλησία, όταν ο Κύριος είχε μιλήσει δια του προφήτη Άγαβου ότι θα ερχόταν πείνα σε όλη την οικουμένη, η οποία και συνέβη στις ημέρες του Ρωμαίου Αυτοκράτορα Κλαύδιου Καίσαρα. Τότε οι μαθητές αποφάσισαν να στείλουν βοήθεια, ότι μπορούσε ο καθένας, στους χριστιανούς που ήταν στην Ιουδαία, μέσω των αποστόλων Βαρνάβα και Παύλου (Πράξεις,ια΄:27-30). Αυτό σημαίνει ότι και οι χριστιανοί θα δοκιμαστούν και θα περάσουν δύσκολες καταστάσεις που δεν θα μπορούν να τις αντιμετωπίσουν μόνοι τους. Σ’ αυτές τις δυσκολίες φαίνεται η αγάπη των αδελφών. Ο Κύριος φροντίζει βάζοντας δια του Αγίου Πνεύματός Του, αγάπη στην καρδιά των παιδιών Του, ώστε ένας αδελφός να βοηθά στις ανάγκες του άλλου και η μια εκκλησία Του να βοηθά μια άλλη που δοκιμάζεται. Άλλωστε γράφει ο λόγος Του:
«Επειδή δεν θέλω να ήναι εις άλλους άνεσις, εις εσάς δε στενοχωρία  αλλά να γείνη εν ισότητι, ώστε εν τω παρόντι καιρώ το περίσσευμά σας να αναπληρώση την στέρησιν εκείνων, διά να χρησιμεύση και το περίσσευμα εκείνων εις την στέρησίν σας, ώστε να γείνη ισότης» (Β΄ Κορινθίους,η΄:13,14).

«Όστις όμως έχη τον βίον του κόσμου, και θεωρή τον αδελφόν αυτού ότι έχει χρείαν, και κλείσει τα σπλάγχνα αυτού απ’αυτού, πως η αγάπη του Θεού μένει εν αυτώ; Τεκνία μου, μη αγαπώμεν με λόγον, μηδέ με γλώσσαν, αλλά με έργον και αλήθειαν»( Α΄ Ιωάννου,γ΄:17-18).
Πάντα ο Κύριος έχει τη λύση σε όλα τα προβλήματα μας. Μπορεί να μη ξέρουμε με ποιο τρόπο και πότε θα ενεργήσει ο Κύριος, αλλά ξέρουμε ότι θα ενεργήσει  με κάποιο ίσως απίθανο για μας τρόπο, έστω λίγο πριν το τέλος.

Σήμερα αγαπητέ αναγνώστη μπορεί να βιώνεις δύσκολες καταστάσεις, μπορεί να νιώθεις ότι είσαι ανήμπορος να κάνεις κάτι και ακόμα να νομίζεις ότι σε έχει εγκαταλείψει ο Θεός. Όμως να ξέρεις ότι ο Θεός φυλάει αυτούς που Τον αγαπάνε (Ψαλμός ρμε΄:20). Εάν εσύ είσαι δικαιωμένος και καθαρισμένος με το αίμα του Υιού Του,  ο Θεός είναι μαζί σου και με την οικογένειά σου. Μη νομίζεις ότι ο Κύριος δεν σε βλέπει ή ότι είναι ένας αδιάφορος θεατής στο πρόβλημά σου. Προσευχήσου στον Κύριο και ζήτα Του να ενεργήσει. Μείνε στο θέλημά Του και θα δεις θαυμάσια στη ζωή σου. Ο Θεός είναι ο καλός Πατέρας που τρέφει, υποστηρίζει και γενικά μεριμνάει κάθε ώρα και στιγμή για τα παιδιά Του. Αν εμείς έχουμε βάλει σε πρώτη θέση στη ζωή μας, το να ζητάμε τη βασιλεία του Θεού και τη δικαιοσύνη Του, τότε όπως προαναφέραμε, όλα τα υπόλοιπα θα μας τα προσθέσει. Λογικό είναι ότι χρειαζόμαστε  τα χρήματα για τις ανάγκες μας  και μια δουλειά που θα μας τα προμηθεύει. Αλλά και δουλειά να μην έχεις εσύ το παιδί του Θεού, να ξέρεις ότι ο Θεός έχει πάντοτε τον τρόπο να σε τρέφει και να ξέρεις ότι αυτή η δοκιμασία που περνάς είναι προσωρινή, έχει ημερομηνία λήξης και αν δεν αποκάμεις, ο Θεός θα ενεργήσει με θαυμαστό τρόπο στην ζωή σου.
Ο Θεός είναι δίκαιος, και όταν επιτρέπει μια δοκιμασία ξέρει σε ποιον και γιατί την επιτρέπει. Επίσης ξέρει πόσο μπορεί να αντέξει ένα παιδί Του. Δεν θα περάσουμε όλοι την ίδια δοκιμασία όπως ο Ιώβ, αλλά στον καθένα θα επιτρέψει τέτοια δοκιμασία ώστε μπορεί να τη σηκώσει και στο τέλος της δοκιμασίας ο Θεός θα επέμβει και θα δώσει την λύση,  όπως άλλωστε γράφει στο λόγο Του:
«Πειρασμός δεν σας κατέλαβεν ειμή ανθρώπινος∙ πιστός όμως είναι ο Θεός, όστις δεν θέλει σας αφήσει να πειρασθήτε υπέρ την δύναμίν σας, αλλά μετά του πειρασμού θέλει κάμει και την έκβασιν, ώστε να δύνασθε να υποφέρητε» (Α΄ Κορινθίους,ι΄:13).
Συνοψίζοντας λέμε ότι ναι μεν
‘διά πολλών θλίψεων πρέπει να εισέλθωμεν εις την βασιλείαν του Θεού’(Πράξεις, ιδ΄:22), αλλά όσοι έχουμε ‘γεννηθεί άνωθεν’ από τον Θεό και εξακολουθούμε να Τον αγαπάμε, να Τον σεβόμαστε και να Τον υπακούμε σαν Πατέρα, είμαστε ασφαλείς στα χέρια Του και γνωρίζουμε ότι ‘η προσωρινή ελαφρά θλίψις ημών εργάζεται εις ημάς καθ' υπερβολήν εις υπερβολήν αιώνιον βάρος δόξης’ (Β΄ Κορινθίους,δ΄:17).Αμήν!

 

 

«Ο Θεός είναι Πνεύμα, και οι προσκυνούντες αυτόν εν πνεύματι και αληθεία πρέπει να προσκυνώσι» (Ιωάννης, δ΄:24).

«Σας παρακαλώ λοιπόν, αδελφοί, δια των οικτιρμών του Θεού, να παραστήσετε τα σώματά σας θυσίαν ζώσαν, αγίαν, ευάρεστον εις τον Θεόν, ήτις είναι η λογική σας λατρεία» (Ρωμαίους, ιβ΄:1)


Στην Παλαιά Διαθήκη οι άνθρωποι του Θεού, όταν θέλανε να κάνουν μια προσφορά προς τον Θεό, έκαναν  θυσίες με ζώα. Πρώτος ξεκίνησε ο Άβελ που πρόσφερε από τα πρόβατά του και ο Κύριος είδε με ευμένεια την προσφορά του (Γένεσις, δ΄:4). Στη συνέχεια παρατηρούμε και άλλους πιστούς ανθρώπους, να προσφέρουν θυσίες στον Θεό κάνοντας θυσιαστήρια, όπως ο Νώε, ο Αβραάμ, ο Ισαάκ, ο Ιακώβ κ.ά. Μ’ αυτό τον τρόπο θέλανε κάνοντας μια προσφορά προς τον Θεό, να δείχνουν έμπρακτα την ευχαριστία και την αγάπη τους, σ’ Αυτόν.
Σήμερα, οι χριστιανοί που πιστεύουν στον Θεό δεν λατρεύουν τον Θεό με θυσίες ζώων αλλά εν πνεύματι και αληθεία. Αυτό είπε  ο Κύριος Ιησούς Χριστός, όταν τον ρώτησε η Σαμαρείτιδα, πού θέλει ο Θεός να Τον προσκυνούν, στα Ιεροσόλυμα ή στο δικό τους όρος. Συγκεκριμένα ο Κύριος της απάντησε ότι έφθασε η ώρα που ούτε στα Ιεροσόλυμα ούτε στο δικό τους όρος θα προσκυνούν τον Πατέρα, διότι επειδή ο Θεός είναι πνεύμα θέλει και οι προσκυνούντες Αυτόν, να Τον προσκυνούν ‘εν πνεύματι και αληθεία’(Ιωάννης, δ΄:20-26). Λέγοντας ο Κύριος ‘έφθασε η ώρα’, προφανώς εννοούσε ότι με τη θυσία Του πάνω στο σταυρό του Γολγοθά, θα εκπλήρωνε ότι ήταν ‘ο Αμνός του Θεού ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου’ και  η μόνη οδός που οδηγεί στον Πατέρα. (Ιωάννης, α΄:29,ιδ΄:6).
Συνεπώς τα πρώτα βήματα που πρέπει να κάνει κάθε άνθρωπος για να λατρεύσει τον Κύριο εν πνεύματι και αληθεία, είναι να μετανοήσει για τις αμαρτίες του, να πιστέψει στον Ιησού Χριστό και να Τον επικαλεστεί στη ζωή Του, έτσι ώστε ‘να γεννηθεί άνωθεν’ και να πάρει δωρεάν και κατά χάρη τη σωτηρία της ψυχής του. Μετά από αυτά τα βήματα, όλοι οι αναγεννημένοι χριστιανοί πρέπει να έχουν υπόψη την γραφική προτροπή: ‘μετά φόβου και τρόμου εργάζεσθε την εαυτών σωτηρίαν διότι ο Θεός είναι ο ενεργών εν υμίν και το θέλειν και το ενεργείν κατά την ευδοκίαν αυτού’ (Φιλιππησίους, β΄:12,13). Βέβαια για να εργάζεται ο χριστιανός ‘μετά φόβου και τρόμου’ την σωτηρία του,  απαραίτητη προϋπόθεση είναι η ‘εν πνεύματι και αληθεία’ λατρεία του προς το Θεό, βασικές δε συνιστώσες αυτής της λατρείας είναι η εν Πνεύματι Αγίω προσευχή μαζί με την δοξολογία και υμνωδία.
Όσο αφορά την προσευχή, σχετικά με το πώς πρέπει να γίνεται ώστε να είναι ευάρεστη στο Θεό, ο Κύριος στην ‘επί του όρους’ ομιλία Του, αναφέρει τα εξής: «συ όμως, όταν προσεύχησαι, είσελθε εις το ταμείον σου, και, κλείσας την θύραν σου, προσευχήθητι εις τον Πατέρα σου τον εν τω κρυπτώ∙ και ο Πατήρ σου ο βλέπων εν τω κρυπτώ θέλει σοι ανταποδώσει εν τω φανερώ. Όταν δε προσεύχησθε, μη βατολογήσετε ως οι εθνικοί∙ διότι νομίζουσιν ότι με την πολυλογίαν αυτών θέλουσιν εισακουσθή. Μη ομοιωθήτε λοιπόν με αυτούς∙ διότι εξεύρει ο Πατήρ σας, τίνων έχετε χρείαν, πριν σεις ζητήσετε παρ’ αυτού» (Ματθαίος, ς΄:6-8). Στη συνέχεια ο Κύριος μας λέει πώς να προσευχόμαστε, αναφέροντας τη γνωστή προσευχή το ‘Πάτερ ημών’. Αυτή η προσευχή μας δίνει ένα πρότυπο με τα κύρια αιτήματα και τις υποχρεώσεις του χριστιανού μαζί με την ιεραρχία τους. Αναφέρει χαρακτηριστικά ότι τον Θεό Τον αποκαλούμε Πατέρα και τα πρώτα μας αιτήματα  είναι να έρθει η βασιλεία Του και να γίνει το θέλημά Του, όπως στον ουρανό έτσι και στη Γη. Μετά να ζητάμε τα απαραίτητα για τις καθημερινές υλικές μας ανάγκες, όπως τη τροφή. Να ζητάμε να μας συγχωράει από τις αμαρτίες μας, με την προϋπόθεση ότι συγχωρούμε και εμείς όσους  αμάρτησαν σε μας. Να μη επιτρέψει  να πέσουμε σε πειρασμό και να μας ελευθερώνει από το πονηρό. Να ολοκληρώνουμε την προσευχή μας δίνοντας τη δόξα στον Πατέρα Θεό λέγοντας ότι Αυτού είναι η βασιλεία, η δύναμη και η δόξα στους αιώνες των αιώνων. Ο Κύριος  συνεχίζει τονίζοντας τη σημασία της συγχώρεσης με το ότι λέει εάν δεν συγχωρούμε αυτούς που φταίνε σε μας, ούτε ο Πατέρας Θεός θα μας συγχωρέσει τα δικά μας πταίσματα (Ματθαίος,ς΄:9-15).
Στην ίδια ομιλία ο Κύριος θέλοντας να τονίσει το γεγονός ότι ο Θεός είναι δίκαιος μισθαποδότης εις τους εκζητούντας Αυτόν, αναφέρει «Αιτείτε, και θέλει σας δοθή∙ ζητείτε, και θέλετε ευρεί∙ κρούετε, και θέλει σας ανοιχθή∙ διότι πας ο αιτών λαμβάνει, και ο ζητών ευρίσκει, και εις τον κρούοντα θέλει ανοιχθή» (Ματθαίος, ζ΄:7-8). Όμως επειδή η απάντηση του Θεού σε κάποια αιτήματά μας δεν είναι άμεση, ο Κύριος  αναφέρει την παραβολή του άδικου κριτή, με σκοπό να διδάξει τους πιστούς ‘ότι πρέπει πάντοτε να προσεύχωνται και να μη αποκάμνωσι’(Λουκάς, ιη΄:1-8). Βέβαια ο λόγος του Θεού σε πολλά εδάφια αναφέρει ότι βασική προϋπόθεση για να απαντήσει ο Θεός, είναι απλά η πίστη του ανθρώπου σ’ Αυτόν. Αναφέρουμε μερικά:
« Δια τούτο σας λέγω, πάντα όσα προσευχόμενοι ζητείτε, πιστεύετε ότι λαμβάνετε, και θέλει γείνει εις εσάς» (Μάρκος, ια΄:24).
«…χωρίς δε πίστεως αδύνατον είναι να ευαρεστήση τις εις αυτόν• διότι ο προσερχόμενος εις τον Θεόν πρέπει να πιστεύη ότι είναι και γίνεται μισθαποδότης εις τους εκζητούντας αυτόν» (Εβραίους, ια΄:6).
Στην αναγεννημένη εκκλησία, υπάρχει και η εκκλησιαστική λατρεία, δηλαδή όταν οι πιστοί συγκεντρώνονται ομοθυμαδόν πρώτα για να λατρεύσουν  τον Θεό αλλά και για να συμπροσευχηθούν για τα αιτήματα τους. Διαβάζουμε σχετικά: «….Ούτω και σεις, επειδή είσθε ζηλωταί πνευματικών, ζητείτε να περισσεύητε εν αυτοίς προς την οικοδομήν της εκκλησίας….Τι πρέπει λοιπόν; Θέλω προσευχηθή με το πνεύμα, θέλω δε προσευχηθή και με τον νούν. Θέλω ψάλλει με το πνεύμα, θέλω δε ψάλλει και με τον νούν….. Τι πρέπει λοιπόν, αδελφοί; Όταν συνέρχησθε, έκαστος υμών ψαλμόν έχει, διδαχήν έχει, γλώσσαν έχει, αποκάλυψιν έχει, ερμηνείαν έχει πάντα ας γίνωνται προς οικοδομήν» (Α΄Κορινθίους,ιδ΄:12,15,26). Αυτά τα εδάφια, όπως  και τα υπόλοιπα αυτού του κεφαλαίου φανερώνουν ότι στη χριστιανική ‘εν πνεύματι και αληθεία’ λατρεία, βασικό ρόλο παίζουν τα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, τα οποία όμως πρέπει ενεργούνται ευσχημόνως και κατά τάξη.
Βέβαια η κύρια λατρευτική συνάθροιση της εκκλησίας γίνεται την Κυριακή, κατά την οποία λαμβάνει χώρα η Θεία Κοινωνία του Σώματος και Αίματος του Κυρίου, στην οποία είναι απαραίτητο να συμμετέχει κάθε χριστιανός, αν θέλει να συνεχίσει να ανήκει στην εκκλησία του Χριστού (Α΄Κορινθίους,ι΄:16,17).
Η προσευχή της εκκλησίας έχει δύναμη, γιατί όταν προσεύχονται όλοι οι πιστοί ένθερμα και με πίστη, ο Θεός απαντάει με θαυμαστές ενέργειες . Τέτοιο παράδειγμα βλέπουμε στις Πράξεις των Αποστόλων, όταν ο Ηρώδης  έπιασε τον Πέτρο και τον έβαλε στη φυλακή, η εκκλησία έκανε ακατάπαυστη προσευχή για τον Πέτρο και ο Κύριος ενήργησε θαυμαστά, έστειλε άγγελο και ελευθέρωσε τον Πέτρο. Ο Ηρώδης είχε στρατιώτες και η δύναμή του ήταν ανθρώπινη γιατί στηριζόταν σε ανθρώπους και σε όπλα. Η εκκλησία έχει τον Ιησού Χριστό και δεν στηρίζεται σε καμία ανθρώπινη δύναμη αλλά στον Πατέρα Θεό και με πνευματικά όπλα, όπως η προσευχή με πίστη, θα βλέπει την δύναμη του Θεού να νικάει τις επιθέσεις του πονηρού. (Πράξεις,ιβ΄:1-19).
Βέβαια για να συμβαίνει αυτό πρέπει οι πιστοί σύμφωνα με την εντολή του Κυρίου, να αγρυπνούν και να προσεύχονται για να μην πέσουν σε πειρασμό (Ματθαίος,κς΄:41). Συνεπώς η προσευχή μπορούμε να πούμε, ότι δρα προληπτικά ώστε να μην πέσουμε σε πειρασμό.
Ολοκληρώνοντας λέμε ότι η ‘εν πνεύματι και αληθεία λατρεία’ περιλαμβάνεται συνοπτικά στο εδάφιο: « και ενέμενον εν τη διδαχή των αποστόλων και εν τη κοινωνία και εν τη κλάσει του άρτου και εν ταις προσευχαίς» (Πράξεις,β΄:42). Μέσω αυτών των πνευματικών ενεργειών όλοι οι χριστιανοί επικοινωνούμε με τον Θεό, πληρούμαστε Πνεύματος Αγίου, αυξάνεται πνευματικά ο εσωτερικός μας άνθρωπος, υπηρετούμε και συγχωρούμε αλλήλους, ζητάμε αιτήματα από τον Θεό και δια της πίστεως τα λαμβάνουμε. Είναι η δική μας ζωντανή θυσία, η οποία γίνεται με το σώμα μας, μιας και για να εμμένουμε σ’ αυτές τις πνευματικές ενέργειες,  καλούμαστε να θυσιάσουμε,  από το χρόνο μας, την ξεκούρασή μας και γενικά από το ανθρώπινο θέλημά μας. Έτσι  θα φθάσουμε να απολαμβάνουμε την παρουσία του Θεού μέσα μας και κάθε δοκιμασία που θα περάσουμε, να την αντιμετωπίζουμε όπως ο Κύριος προσευχόμενοι και λέγοντας ‘ουχί ως εγώ θέλω, αλλ' ως συ’(Ματθαίος, κς΄:39).Αμήν.

 


«..διότι το πάσχα ημών εθυσιάσθη υπέρ ημών, ο Χριστός»                         (Α΄ Κορινθίους,ε΄:7)

Όπως γνωρίζουμε σε όλα τα χριστιανικά κράτη γιορτάζεται το Πάσχα. Είναι μια παράδοση ενθύμησης για τα πάθη, την σταύρωση και ανάσταση του Κυρίου μας Ιησού Χριστού, ο οποίος θυσιάστηκε για την σωτηρία όλου του κόσμου. Η εορτή της ανάστασης του Κυρίου στη χώρα μας, την Κυριακή του Πάσχα, συνοδεύεται με το  ψήσιμο αρνιού ή κατσικιού, το τσούγκρισμα κόκκινων αυγών και  τους χαιρετισμούς ‘Χριστός ανέστη’ και ‘Αληθώς ανέστη ο Κύριος’ . Σίγουρα το να θυμόμαστε τα πάθη, την ανάσταση και γενικά το σωτήριο έργο του Κυρίου Ιησού είναι καλό, αλλά το να έχουμε πάρει από τον Κύριο τη προσωπική  μας σωτηρία και να τη ζούμε απελευθερωμένοι από τις αμαρτίες μας, είναι πολύ καλύτερο και το ουσιαστικό. Άλλωστε γι’ αυτό έγινε άνθρωπος ο Κύριος Ιησούς, για να θυσιαστεί χύνοντας τα αίμα Του πάνω στο σταυρό του Γολγοθά, πληρώνοντας έτσι σαν αναμάρτητος για τις αμαρτίες όλων των ανθρώπων. 
Συνεπώς ο Κύριος Ιησούς Χριστός έγινε θυσία για να γνωρίσουμε το θαύμα της δικής Του ανάστασης στη ζωή μας, έτσι ώστε να Τον γνωρίσουμε προσωπικά και να ζήσουμε μια νέα ζωή μαζί μ’ Αυτόν, ελεύθεροι από την δουλεία στην αμαρτία. Είναι στο χέρι μας να ζητήσουμε τον Ιησού Χριστό, να του πούμε να έρθει στη ζωή μας ώστε να έχουμε προσωπική εμπειρία και πίστη στο θαύμα της ανάστασης μιας και θα έχει ενεργήσει στη ζωή μας το μεγάλο θαύμα της αναγέννησης. 
Είναι απλό αυτό που μας ζητάει ο Κύριος:
«Αιτείτε, και θέλει σας δοθή∙ ζητείτε, και θέλετε ευρεί∙ κρούετε, και θέλει σας ανοιχθή∙ διότι πας ο αιτών λαμβάνει, και ο ζητών ευρίσκει, και εις τον κρούοντα θέλει ανοιχθή» (Ματθαίος,ζ΄:7-8). Αυτό που ο Κύριος θέλει να δώσει σ’ όποιον πιστεύει σ’ Αυτόν, είναι η αιώνια ζωή (Ιωάννης,γ΄:16). Όσο αφορά το τι είναι η αιώνια ζωή, ο Κύριος Ιησούς μας διευκρίνισε σχετικά, όταν προσευχόμενος στον Πατέρα, λίγο πριν πάθει, εκτός των άλλων είπε: «Αύτη δε είναι η αιώνιος ζωή, το να γνωρίζωσι σε τον μόνον αληθινόν Θεόν, και τον οποίον απέστειλας Ιησούν Χριστόν» (Ιωάννης, ιζ΄:3). 
Ο Κύριος Ιησούς πέθανε για τις αμαρτίες μας και αναστήθηκε για τη δικαίωση μας, δίνοντας έτσι τη δυνατότητα σε όλους που πιστεύουμε σ’ Αυτόν, να «πεθάνουμε» για τις αμαρτίες μας και να «συναναστηθούμε» μαζί Του για να ζήσουμε μια νέα ζωή. Ο Κύριος μετά την ανάστασή Του, είπε στους μαθητές Του:
«Υπάγετε εις όλον τον κόσμον, και κηρύξατε το ευαγγέλιον εις όλην την κτίσιν. Όστις πιστεύση και βαπτισθή, θέλει σωθή∙ όστις όμως απιστήση, θέλει κατακριθή» (Μάρκος,ις΄:15-16). Επίσης ο απόστολος Πέτρος,   την ημέρα της Πεντηκοστής μετά το κήρυγμα που έκανε, όταν αυτοί που άκουσαν ρώτησαν: ‘Τι πρέπει να κάμωμεν, άνδρες αδελφοί;’ είπε: «Μετανοήσατε, και ας βαπτισθή έκαστος υμών εις το όνομα του Ιησού Χριστού εις άφεσιν αμαρτιών, και θέλετε λάβει την δωρεάν του Αγίου Πνεύματος. Διότι προς εσάς είναι η επαγγελία και προς τα τέκνα σας και προς πάντας τους εις μακράν, όσους αν προσκαλέση Κύριος ο Θεός ημών.» (Πράξεις, β΄:38,39). Συνεπώς αυτό που πρώτα θέλει ο Κύριος από κάθε άνθρωπο που πιστεύει σ’ Αυτόν και μετανοεί για τις αμαρτίες του, είναι να βαπτιστεί στο νερό. Με το βάπτισμα στο νερό βαπτιζόμαστε στο θάνατο του Ιησού για να πεθάνουμε ως προς την αμαρτία έτσι ώστε να μην είμαστε πλέον δούλοι της αμαρτίας. Διαβάζουμε σχετικά: «Ή αγνοείτε ότι όσοι εβαπτίσθημεν εις Χριστόν Ιησούν, εις τον θάνατον αυτού εβαπτίσθημεν; Συνετάφημεν λοιπόν μετ’ αυτού δια του βαπτίσματος εις τον θάνατον, ίνα καθώς ο Χριστός ανέστη εκ νεκρών διά της δόξης του Πατρός, ούτω και ημείς περιπατήσωμεν εις νέαν ζωήν. Διότι εάν εγείναμεν σύμφυτοι με αυτόν κατά την ομοιότητα του θανάτου αυτού, θέλομεν είσθαι και κατά την ομοιότητα της αναστάσεως∙ τούτο γινώσκοντες, ότι ο παλαιός ημών άνθρωπος συνεσταυρώθη, διά να καταργηθή το σώμα της αμαρτίας, ώστε να μη ήμεθα πλέον δούλοι της αμαρτίας. Διότι ο αποθανών ηλευθερώθη από της αμαρτίας» (Ρωμαίους,ς΄:3-7).

Ακόμη ο απόστολος Πέτρος αναφέρει: «…το βάπτισμα, σώζει και ημάς την σήμερον, ουχί αποβολή της ακαθαρσίας της σαρκός, αλλά μαρτυρία της αγαθής συνειδήσεως εις Θεόν, διά της αναστάσεως του Ιησού Χριστού » (Α΄ Πέτρου,γ΄:21). Αυτά τα εδάφια φανερώνουν ότι το βάπτισμα έχει μεγάλη σημασία μιας και συνδέεται με τη σωτηρία και είναι έγκυρο όταν αποτελεί μαρτυρία αγαθής συνείδησης και μετάνοιας του πιστού. Γι’ αυτό καλό είναι ο κάθε άνθρωπος να κάνει ένα σωτήριο βήμα δια της πίστεως, να πάρει μια Καινή Διαθήκη, που είναι το Ευαγγέλιο του Ιησού Χριστού, να τη μελετήσει προσεκτικά και το Άγιο Πνεύμα θα τον βοηθήσει να επικαλεστεί τον Ιησού Χριστό, ώστε να ‘γεννηθεί άνωθεν’ και να σωθεί. Τότε ο αναγεννημένος πιστός πρέπει να πάρει συνειδητά την απόφαση να βαπτιστεί στο νερό, θάβοντας έτσι τον ‘παλαιό  άνθρωπο’ και ξεκινώντας  μια νέα ζωή εν Χριστώ.

Ο προφήτης Ησαΐας προφητεύει αναλυτικά για τη θυσία του Κυρίου. Αναφέρει ότι ο Κύριος κράτησε τις ασθένειες μας, φορτώθηκε τις θλίψεις μας, τραυματίστηκε για τις παραβάσεις μας, ταλαιπωρήθηκε για τις ανομίες μας  και  από τις πληγές του εμείς θεραπευθήκαμε και έχουμε ειρήνη (Ησαΐας, νγ΄:4-12). Οι προφητείες αυτές εκπληρώθηκαν με την σταύρωση και την ανάστασή του Κυρίου διότι έτσι ο Κύριος πάταξε τον θάνατο και έγινε πρωτότοκος εκ των νεκρών, ο μόνος σωτήρας των ανθρώπων, όπως και ο μόνος μεσίτης μεταξύ Θεού και ανθρώπων  (Κολοσσαείς, α΄:18), (Πράξεις, δ΄:12),(Α΄ Τιμόθεον, β΄:5).
Ο Πατέρας Θεός με τη θυσία του Υιού Του, όχι μόνο μας συμφιλίωσε μαζί Του αλλά μας έδωσε την διακονία της συμφιλίωσης. Δηλαδή επειδή ο Θεός ήταν στον Ιησού και συμφιλίωνε τον κόσμο με τον εαυτό Του, έτσι και σήμερα οι αναγεννημένοι πιστοί μέσα στους οποίους κατοικεί ο τριαδικός Θεός, είναι πρέσβεις Χριστού και ο Θεός τους έχει εμπιστευτεί τον λόγο της συμφιλίωσης (Β΄ Κορινθίους,ε΄:18-21). Ο λόγος αυτός είναι βασικά η ομολογία του πιστού που φανερώνει στους ανθρώπους πως και αυτοί μπορούν ‘από μακράν να γίνουν πλησίον’ του Θεού, με τη θυσία του Κυρίου.  
Συνοψίζοντας λέμε ότι ο Πατέρας Θεός άνοιξε πόρτα χάριτος στη ζωή μας δίνοντας μας την ευκαιρία να γνωρίσουμε τον αναστημένο Ιησού Χριστό και μέσω αυτού να λάβουμε δια της πίστεως την σωτηρία της ψυχής μας. Ο Κύριος Ιησούς θυσιάστηκε για τις αμαρτίες μας και αναστήθηκε για την δικαίωσή μας. Συνεπώς δεν θα δικαιωθεί κάποιος με τα καλά του έργα, αλλά αυτός που θα πιστέψει στον Ιησού Χριστό, θα μετανοεί για τις αμαρτίες του και με την χάρη και βοήθειά Του θα ζει κάνοντας καλά έργα μέχρι να εισέλθει στην ουράνια βασιλεία Του (Ρωμαίους,γ΄:20-28, δ΄:25,ε΄:1-2),(Γαλάτες, β΄:16), (Εβραίους,γ:6,14). Ο Κύριος Ιησούς Χριστός είναι
‘ ο Αμνός του Θεού ο αίρων την αμαρτίαν του κόσμου’ που ήρθε στον κόσμο και θυσιάστηκε για  να καθαρίζει με το αίμα Του από κάθε αμαρτία, όλους  που πιστεύουμε σ’ Αυτόν και μετανοούμε, έτσι ώστε να ζήσουμε αιώνια μαζί Του. Ας τον πλησιάζουμε λοιπόν με πίστη, παρρησία και μετάνοια, έτσι ώστε να εορτάζουμε ουσιαστικά το προσωπικό χριστιανικό μας Πάσχα. Αμήν!

 

«Αφού λοιπόν εγευμάτισαν, λέγει προς τον Σίμωνα Πέτρον ο Ιησούς, Σίμων Ιωνά, αγαπάς με περισσότερον τούτων; Λέγει προς αυτόν, Ναι, Κύριε, συ εξεύρεις ότι σε αγαπώ» (Ιωάννης, κα΄:15)

O συγκεκριμένος διάλογος έλαβε χώρα μετά την ανάσταση του Κυρίου. Τότε με πρωτοβουλία του Πέτρου, ορισμένοι μαθητές είχαν πάει για ψάρεμα και όλη την νύκτα δεν έπιασαν ούτε ένα ψάρι. Το πρωί βρέθηκε στον αιγιαλό ο Κύριος Ιησούς και είπε στους μαθητές Του να ρίξουν τα δίκτυα στα δεξιά του πλοίου και αφού αυτοί τα έριξαν έπιασαν πολλά ψάρια. Ο Ιωάννης κατάλαβε ότι ήταν ο Κύριος και στη συνέχεια ο Πέτρος κολυμπώντας και οι υπόλοιποι μαθητές με το πλοίο, πήγαν να συναντήσουν τον Κύριο, ο οποίος είχε μια ανθρακιά με ψάρι και ψωμί. Όταν ήταν όλοι μαζί ο Κύριος τους έδωσε να φάνε το ψωμί και το ψάρι και παρόλο που  κανένας δεν τολμούσε να Τον ρωτήσει, όλοι είχαν καταλάβει ότι ήταν ο αναστημένος Κύριος. Μετά το γεύμα ο Κύριος Ιησούς ρώτησε  ενώπιον όλων τον απόστολο Πέτρο αν τον αγαπάει ‘περισσότερον τούτων’. Λέγοντας ‘τούτων’ πιστεύουμε ότι ο Κύριος εννοούσε οτιδήποτε αγαπούσε ο Πέτρος, όπως π.χ. συγγενικά πρόσωπα, φίλους, περιουσιακά στοιχεία, επάγγελμα και ασχολίες. Ο Κύριος τον ρώτησε τρεις φορές και ο Πέτρος του απάντησε και στις τρεις φορές ότι τον αγαπάει. Ο Κύριος μετά από κάθε καταφατική απάντηση του Πέτρου, του έλεγε: ‘Βόσκε τα αρνία μου’, ‘Ποίμαινε τα πρόβατά μου’,‘Βόσκε τα πρόβατά μου’, θέλοντας, όπως πιστεύουμε, να του δείξει με τι συνδέεται η ειλικρινής αγάπη του σ’ Αυτόν (Ιωάννης, κα΄:1-17).

Μέσα στο λόγο του Θεού διαβάζουμε πως αυτή η περίσσεια της αγάπης που ήθελε ο Κύριος από τον Πέτρο αφορά και εμάς και γενικά τον καθένα που θέλει να ακολουθήσει τον Ιησού Χριστό. Αναφέρουμε σχετικά: «Όστις αγαπά πατέρα ή μητέρα υπέρ εμέ, δεν είναι άξιος εμού∙ και όστις αγαπά υιόν ή θυγατέρα υπέρ εμέ, δεν είναι άξιος εμού. Και όστις δεν λαμβάνει τον σταυρόν αυτού, και ακολουθεί οπίσω μου, δεν είναι άξιος εμού. Όστις εύρη την ζωήν αυτού, θέλει απολέσει αυτήν∙ και όστις απολέση την ζωήν αυτού δι’ εμέ, θέλει ευρεί συτήν» (Ματθαίος,ι΄:37-39).

Ο Κύριος Ιησούς θέτει μια ιεραρχία λέγοντας ότι η αγάπη μας προς Αυτόν πρέπει να είναι μεγαλύτερη από εκείνη που έχουμε προς τα συγγενικά πρόσωπα.  Το να έχουμε τον Κύριο στην πρώτη θέση στην καρδιά μας, είναι κάτι που μας συμφέρει και δεν σημαίνει ότι ο Θεός δεν αγαπάει τους συγγενείς μας. Αντίθετα, αν αγαπάμε πάνω απ’ όλα τον Θεό, τότε ο Θεός που είναι αγάπη θα μας γεμίζει με την ανεξάντλητη αγάπη Του, ώστε να αγαπάμε σωστά όχι μόνο τους οικείους μας αλλά και τους εχθρούς μας. Όση περισσότερη επαφή έχουμε με τον Θεό τόση περισσότερη αγάπη θα έχουμε προς Αυτόν και προς όλους. Η δε επαφή με το Θεό, για τον αναγεννημένο χριστιανό, πραγματοποιείται βασικά μέσω της υγιαίνουσας διδασκαλίας του λόγου του Θεού από τους ανθρώπους που έχει θέσει ο Θεός, μέσω της συναναστροφής με τα εν Χριστώ αδέλφια, με τη συμμετοχή  στη Θεία Κοινωνία του σώματος και αίματος του Κυρίου και μέσω των εν Πνεύματι Αγίω προσευχών (Πράξεις, β΄:42).

Υπάρχουν παραδείγματα μέσα στην Γραφή από ανθρώπους που έδειξαν εμπράκτως ότι αγαπούσαν πάνω από όλους και όλα τον Θεό και ευλογήθηκαν για αυτή τους την επιλογή. Ένα τέτοιο παράδειγμα είναι ο Αβραάμ που δοκιμάστηκε σκληρά από  τον Θεό, όταν του ζήτησε να θυσιάσει τον γιό του τον μονογενή. Ο Αβραάμ δεν αντέδρασε προς τον Θεό, ούτε έφερε αντίρρηση, αλλά ετοίμασε το ζώο του για το ταξίδι, πήρε τα ξύλα για το ολοκαύτωμα, πήρε και δυο δούλους μαζί με τον γιό του και προχώρησαν οδό τριών ημερών μέχρι το βουνό Μοριά.  Όταν έφτασε κοντά στο τόπο της θυσίας, πήρε τον γιό του, τα ξύλα και το μαχαίρι και είπε στους δούλους του να περιμένουν μέχρι να επιστρέψουν. Τα ξύλα τα φόρτωσε στον Ισαάκ και εκείνος πήρε την φωτιά και το μαχαίρι. Ο Ισαάκ βλέποντας ότι λείπει το ζώο, ρώτησε τον πατέρα του πού είναι το πρόβατο για το ολοκαύτωμα. Ο Αβραάμ του είπε ότι ο Θεός θα προβλέψει πρόβατο για το ολοκαύτωμα. Μόλις έφτασαν στον τόπο, ο Αβραάμ έφτιαξε το θυσιαστήριο, έβαλε τα ξύλα και μετά έβαλε πάνω τους τον Ισαάκ το οποίο και τον έδεσε πάνω σε αυτά και όταν πήρε το μαχαίρι  να σφάξει τον γιό του τότε του φώναξε  άγγελος Κυρίου και του είπε να μην κάνει κακό στο παιδί γιατί τώρα γνώρισε ο Θεός ότι ο Αβραάμ Τον φοβάται, επειδή δεν λυπήθηκε τον υιό του τον μονογενή για Αυτόν. Μετά από λίγο ο Αβραάμ είδε πίσω του ένα κριάρι εγκλωβισμένο από τα κέρατά του σε ένα πυκνόκλαδο φυτό, το οποίο και πήρε και το θυσίασε αντί του γιού του. Ο άγγελος μίλησε στον Αβραάμ για δεύτερη φορά και του είπε τα λόγια του Θεού, λέγοντας ότι ‘Ορκίστηκα στον εαυτό μου, λέει ο Κύριος, ότι επειδή έπραξες το πράγμα τούτο και δεν λυπήθηκες τον υιό σου τον μονογενή σου, ευλογών θα σε ευλογήσω και πληθύνων θα πληθύνω το σπέρμα σου σαν τα άστρα του ουρανού και σαν την άμμο που είναι κοντά στο χείλος της θάλασσας, και το σπέρμα σου θα κυριεύει τις πύλες των εχθρών σου και διαμέσου του σπέρματός σου θα ευλογηθούν όλα τα έθνη της γης διότι υπάκουσες στην φωνή μου’. (Γένεσις, κβ΄:1-19).

Ο Θεός δεν είναι άδικος ώστε να ήθελε το θάνατο του Ισαάκ, αλλά δοκίμασε τον Αβραάμ. Ο Αβραάμ από την πλευρά του, δια πίστεως πέρασε επιτυχώς αυτή τη μεγάλη δοκιμασία. Θα μπορούσε να καταλογίσει στο Θεό το λιγότερο ασυνέπεια, από τη μία να του λέει ότι από τον Ισαάκ θα ευλογηθούν όλες οι φυλές της Γης και από την άλλη να του ζητεί να τον θυσιάσει. Όμως ο Αβραάμ συλλογίστηκε  ότι ο Θεός μπορούσε να δώσει απογόνους στον Ισαάκ,  γιατί πίστεψε  ότι και από νεκρό μπορούσε να τον αναστήσει (Εβραίους,ια΄:18-19). Ο Αβραάμ απέδειξε ότι αγαπάει τον Θεό πιο πολύ από τον γιό του και για την πίστη του ο Θεός τον ευλόγησε και από το σπέρμα του, τον Ισαάκ, γεννήθηκε κατά σάρκα, ο Υιός του Θεού Ιησούς Χριστός.

Συνοψίζοντας λέμε ότι ο Θεός θέλει η αγάπη μας σ’ Αυτόν, να είναι πιο πάνω από τον εαυτό μας, από τα αγαπημένα μας πρόσωπα, από τα υπάρχοντά μας, από την δουλειά μας, από τις ανάγκες μας και από κάθε τι που μας περιβάλει. Αυτή την ιεραρχία θέλει ο Θεός να τη θέσουμε με ελευθερία και με προσωπική επιλογή και όχι με εξαναγκασμό. Βέβαια επειδή η καρδιά μας είναι απατηλή, μπορεί να νομίζουμε ότι αγαπάμε πάνω από όλα τον Θεό, χωρίς όμως αυτό στη πραγματικότητα να συμβαίνει. Γι’ αυτό ο Κύριος Ιησούς Χριστός, μας φανερώνει μέσα στο γραπτό λόγο του Θεού, την Καινή Διαθήκη, κάποια κριτήρια που φανερώνουν αν έχουμε ή όχι, σωστή αγάπη και πίστη στο Θεό.  Αναφέρουμε σχετικά:

«Δόξαν παρά ανθρώπων δεν λαμβάνω• αλλά σας εγνώρισα ότι την αγάπην του Θεού δεν έχετε εν εαυτοίς• …Πως δύνασθε σεις να πιστεύσητε, οίτινες λαμβάνετε δόξαν ο εις παρά του άλλου, και δεν ζητείτε την δόξαν την παρά του μόνου Θεού; »(Ιωάννης, ε΄:41,42,44).

«Εάν με αγαπάτε, τας εντολάς μου φυλάξατε» (Ιωάννης, ιδ΄:15).

«Εάν τις είπη ότι αγαπώ τον Θεόν, και μισή τον αδελφόν αυτού, ψεύστης είναι• διότι όστις δεν αγαπά τον αδελφόν αυτού, τον οποίον είδε, τον Θεόν, τον οποίον δεν είδε πως δύναται να αγαπά;» (Α΄ Ιωάννου, δ΄:20).


Αν αγαπάμε τον Θεό πάνω από όλα, τότε θα  έχουμε και όλα τα ‘προς ζωή και ευσέβεια’ γιατί ο Θεός σαν καλός Πατέρας  αγαπάει και δίνει αγαθές δόσεις στα παιδιά Του. Αν όμως θέτουμε άλλα πράγματα πιο πάνω από τον Θεό, υπάρχει κίνδυνος να μη δεχθούμε την πρόσκληση του Θεού για την βασιλεία των ουρανών(Λουκάς,ιδ΄:16-20). Είναι προς συμφέρον μας να αγαπάμε τον Θεό πάνω από όλους και από όλα. Ο Κύριος, εφόσον το ζητάμε, μπορεί να κατευθύνει τις καρδιές μας, πρώτα απ’ όλα, στην  αγάπη του Θεού και στην προσδοκία του Χριστού. Αμήν!

 

 
Περισσότερα Άρθρα...

Εγώ είμαι το Α και το Ω, αρχή και τέλος, λέγει ο Κύριος, ο ων και ο ην και ο ερχόμενος, ο παντοκράτωρ. (Αποκάλυψις Ιωάννου α' 08)